Αρχική · Τα 66 βιβλία · Γένεσις
Παλαιά Διαθήκη · Πεντάτευχος · κεφάλαιο 20 από 50Γένεσις 20
Γένεσις 20, μετάφραση Βάμβα 1850: τα 18 εδάφια του κεφαλαίου σε πλήρες κείμενο, χωρίς διαφημίσεις και χωρίς εγγραφή.
Γένεσις 20 ολόκληρο
Μετάφραση Βάμβα 1850, 18 εδάφια. Πατήστε μια παραπομπή για να συνδεθείτε απευθείας σε ένα εδάφιο.
- Γεν 20:1
Και εκίνησεν εκείθεν ο Αβραάμ εις την γην την προς μεσημβρίαν, και κατώκησε μεταξύ Κάδης και Σούρ· και παρώκησεν εν Γεράροις.
- Γεν 20:2
Και είπεν ο Αβραάμ περί Σάρρας της γυναικός αυτού, Αδελφή μου είναι. Έστειλε δε Αβιμέλεχ ο βασιλεύς των Γεράρων, και έλαβε την Σάρραν.
- Γεν 20:3
Και ήλθεν ο Θεός προς τον Αβιμέλεχ κατ’ όναρ την νύκτα, και είπε προς αυτόν, Ιδού, συ αποθνήσκεις εξ αιτίας της γυναικός, την οποίαν έλαβες· διότι είναι νενυμφευμένη με άνδρα.
- Γεν 20:4
Ο δε Αβιμέλεχ δεν είχε πλησιάσει εις αυτήν· και είπε, Κύριε, ήθελες φονεύσει έθνος έτι και δίκαιον;
- Γεν 20:5
δεν μοι είπεν αυτός, Αδελφή μου είναι; και αυτή πάλιν, αυτή είπεν, Αδελφός μου είναι. Εν ευθύτητι της καρδίας μου και εν καθαρότητι των χειρών μου έπραξα τούτο.
- Γεν 20:6
Είπε δε προς αυτόν ο Θεός κατ’ όναρ, Και εγώ εγνώρισα ότι εν ευθύτητι της καρδίας σου έπραξας τούτο· όθεν και εγώ σε εμπόδισα από του να αμαρτήσης εις εμέ· διά τούτο δεν σε αφήκα να εγγίσης αυτήν·
- Γεν 20:7
τώρα λοιπόν απόδος την γυναίκα προς τον άνθρωπον, διότι είναι προφήτης· και θέλει προσευχηθή υπέρ σου και θέλεις ζήσει· αλλ’ εάν δεν αποδώσης αυτήν, έξευρε ότι εξάπαντος θέλεις αποθάνει, συ και πάντα όσα έχεις.
- Γεν 20:8
Σηκωθείς δε ο Αβιμέλεχ ενωρίς το πρωΐ, εκάλεσε πάντας τους δούλους αυτού, και ελάλησε πάντας τους λόγους τούτους εις επήκοον αυτών· και εφοβήθησαν οι άνθρωποι σφόδρα.
- Γεν 20:9
Και εκάλεσεν ο Αβιμέλεχ τον Αβραάμ και είπε προς αυτόν, Τι έπραξας εις ημάς; και τι αμάρτημα έπραξα εις σε, ώστε επέφερες επ’ εμέ και επί το βασίλειόν μου, αμαρτίαν μεγάλην; έπραξας εις εμέ πράγμα, το οποίον δεν έπρεπε να πραχθή.
- Γεν 20:10
Και είπεν ο Αβιμέλεχ προς τον Αβραάμ, Τι είδες, ώστε να πράξης το πράγμα τούτο;
- Γεν 20:11
Και είπεν ο Αβραάμ, Επειδή εγώ είπον, Βέβαια δεν είναι φόβος Θεού εν τω τόπω τούτω και θέλουσι με φονεύσει διά την γυναίκα μου·
- Γεν 20:12
και όμως αληθώς αδελφή μου είναι, θυγάτηρ του πατρός μου, αλλ’ ουχί θυγάτηρ της μητρός μου· και έγεινε γυνή μου.
- Γεν 20:13
και ότε με έκαμεν ο Θεός να εξέλθω εκ του οίκου του πατρός μου, είπον προς αυτήν, Ταύτην την χάριν θέλεις κάμει εις εμέ· εις πάντα τόπον όπου αν υπάγωμεν, λέγε περί εμού, Ούτος είναι αδελφός μου.
- Γεν 20:14
Και έλαβεν ο Αβιμέλεχ πρόβατα και βόας και δούλους και δούλας, και έδωκεν εις τον Αβραάμ, και απέδωκεν εις αυτόν Σάρραν την γυναίκα αυτού.
- Γεν 20:15
και είπεν ο Αβιμέλεχ, Ιδού, η γη μου έμπροσθέν σου. κατοίκησον όπου σοι αρέσκει.
- Γεν 20:16
Και προς την Σάρραν είπεν, Ιδού, έδωκα χίλια αργύρια εις τον αδελφόν σου· ιδού, αυτός είναι εις σε σκέπη των οφθαλμών προς πάντας τους μετά σου και προς πάντας τους άλλους. Ούτως αύτη επεπλήχθη.
- Γεν 20:17
Προσηυχήθη δε ο Αβραάμ προς τον Θεόν· και εθεράπευσεν ο Θεός τον Αβιμέλεχ και την γυναίκα αυτού και τας θεραπαίνας αυτού, και ετεκνοποίησαν.
- Γεν 20:18
διότι ο Κύριος είχε κλείσει διόλου πάσαν μήτραν εν τη οικία του Αβιμέλεχ, εξ αιτίας Σάρρας της γυναικός του Αβραάμ.
Γένεσις: τα 50 κεφάλαια
Κάθε κεφάλαιο έχει τη δική του σελίδα, με το πλήρες κείμενο.
Συνεχίστε την ανάγνωση
Το κεφάλαιο Γένεσις 20 ανήκει στο βιβλίο Γένεσις, το 1ο από τα 66 της Αγίας Γραφής σε μετάφραση Βάμβα 1850. Διαβάστε τα 50 κεφάλαια στη σειρά, ή αναζητήστε μια λέξη στα 66 βιβλία.